Αρχιμάστορας Σόλνες Θέατρο Τέχνης υπόκλιση

Είδαμε τον Αρχιμάστορα Σόλνες

Είδαμε τη γενική δοκιμή του έργου «Αρχιμάστορας Σόλνες» του Ερρίκου Ίψεν στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Η παράσταση στηρίζεται στη σπουδαία μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, η οποία αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα ισχυρότερα πλεονεκτήματα της παραγωγής. Ο λόγος του Πλωρίτη, μεστός και απόλυτα θεατρικός, καταφέρνει να διατηρήσει τη φρεσκάδα του κλασικού κειμένου, προσφέροντας στους ηθοποιούς μια στιβαρή βάση για να αναπτύξουν τους χαρακτήρες τους.

Η δραματουργική επεξεργασία και η σκηνοθεσία του Κωνσταντίνου Ασπιώτη προτείνουν μια ατμόσφαιρα εστιασμένη στην εσωτερικότητα και την αφαίρεση. Η δράση εξελίσσεται σε ένα περιβάλλον που αποπνέει μια σχεδόν απόκοσμη ηρεμία, επιτρέποντας στο κείμενο να ακουστεί καθαρά, χωρίς περιττούς εντυπωσιασμούς. Η σκηνοθετική προσέγγιση επιλέγει να φωτίσει τις ιδέες και τα υπαρξιακά ερωτήματα του Ίψεν, δημιουργώντας μια αισθητική που προκρίνει τη διανοητική συνομιλία με το κοινό.

Στον κεντρικό ρόλο, ο Θόδωρος Γράμψας προσέγγισε τον Σόλνες με μια εσωτερική, χαμηλόφωνη ένταση, αναδεικνύοντας την υπαρξιακή κόπωση του ήρωα. Η ερμηνεία του διατήρησε μια ατμοσφαιρική σταθερότητα που υπηρετούσε το σκηνοθετικό όραμα, με τον ηθοποιό να εστιάζει στη λεπτομέρεια των διαλόγων και να χτίζει μια ήρεμη αλλά ουσιαστική σκηνική παρουσία καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου.

Η Κάτια Δανδουλάκη, με την αδιαμφισβήτητη εμπειρία της στη σκηνή, ενσάρκωσε την Αλίνα Σόλνες με μια αξιοσημείωτη φυσικότητα. Κατάφερε να προσδώσει στον ρόλο μια αίσθηση στιβαρότητας, ενώ παράλληλα τον μπόλιασε με ανεπαίσθητες πινελιές χιούμορ, δημιουργώντας μια ενδιαφέρουσα αντίθεση με το εσωτερικό κλίμα του έργου.

Στους υπόλοιπους ρόλους, ο Δημήτρης Δεγαΐτης ανταποκρίθηκε με συνέπεια και σκηνικό ήθος στο διπλό του καθήκον, προσδίδοντας το απαραίτητο βάρος τόσο στον ρόλο του γιατρού όσο και στη συμβολική φιγούρα του πατέρα. Ο Θράσος Σταθόπουλος απέδωσε τον Ράγκναρ με μέτρο και εσωτερικότητα, παραμένοντας συντονισμένος με το ύφος της παράστασης. Η Άνια Λεμπεντένκο φώτισε την εύθραυστη πλευρά της Κάγια, προσεγγίζοντας τον ρόλο με μια τρυφερότητα που ταίριαζε στο σύνολο, ενώ η Ισιδώρα Δωροπούλου υπηρέτησε με αφοσίωση τον ρόλο της Χίλντα, ακολουθώντας με ακρίβεια τη σκηνοθετική γραμμή.

Το εικαστικό αποτέλεσμα της παράστασης, το οποίο υπογράφει συνολικά η Ζωή Μολυβδά Φαμέλη, υπήρξε πραγματικά εντυπωσιακό. Το σκηνικό, μια επιβλητική ξύλινη πλατφόρμα που παρέπεμπε σε γραφείο σχεδιαστηρίου, λειτούργησε ως το απόλυτο επίπεδο δράσης, προσφέροντας πολλαπλές δυνατότητες στην κίνηση των ηθοποιών. Οι φωτισμοί, σχεδιασμένοι επίσης από την ίδια, δημιούργησαν ένα παιχνίδι σκιών και φωτός απόλυτα εναρμονισμένο με την ιψενική ψυχολογία, αναδεικνύοντας μοναδικά την ατμόσφαιρα του Υπογείου. Η μουσική επένδυση του Στάμου Σέμση συνόδευσε εύστοχα τη δράση, ενισχύοντας το συνολικό αποτέλεσμα.

Πρόκειται για μια πρόταση που απευθύνεται σε όσους επιθυμούν να δουν μια αφαιρετική απόδοση του Ιψενικού σύμπαντος, η οποία εστιάζει σταθερά στο μήνυμα και στην επικαιρότητα των ιδεών του έργου στο σήμερα.

Κριτική – Φραντζέσκα Παπανίκα, Ελένη Χριστοδουλάκη

Photo credits: Arts Media Guru

Παραστάσεις Θεάτρου, Arts Media Guru